θερμοκήπιο
•
- καλλιεργήσιμη έκταση που προστατεύεται από διαφανή κατασκευή (γυαλί ή πλαστικό), η οποία επιτρέπει την ανάπτυξη θερμοκρασιών υψηλότερων από του εξωτερικού περιβάλλοντος και έτσι την καλλιέργεια φυτών εκτός εποχής Βικιλεξικό
- το περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από συνθήκες ιδιαίτερης προστασίας και φροντίδας, που συντελούν στην ανάπτυξη κάποιου προσώπου ή πράγματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμοκήπιο < θερμο- + κήπ(ος) + -ιο < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική serre chaude. Η λέξη θερμοκήπιον (μαρτυρείται από το 1856)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμοκήπιο | θερμοκήπια |
| Γενική | θερμοκήπιου / θερμοκηπίου | θερμοκηπίων |
| Αιτιατική | θερμοκήπιο | θερμοκήπια |
| Κλητική | θερμοκήπιο | θερμοκήπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →