θερμομόνωση
•
- ένα στρώμα υλικών που επικαλύπτει την εξωτερική επιφάνεια ενός χώρου και δεν επιτρέπει στη θερμότητα να διαφεύγει στο περιβάλλον (όταν κάνει κρύο) ή (όταν κάνει ζέστη) να εισέρχεται Βικιλεξικό
- η αποφυγή διαρροής / εισροής θερμότητας από/σε ένα χώρο με χρήση διάφορων τεχνικών Βικιλεξικό
- με τα διπλά τζάμια πετυχαίνουμε καλύτερη ηχομόνωση και θερμομόνωση
Ετυμολογία
θερμομόνωση < θερμο- + μόνωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμομόνωση | θερμομονώσεις |
| Γενική | θερμομόνωσης | θερμομονώσεων |
| Αιτιατική | θερμομόνωση | θερμομονώσεις |
| Κλητική | θερμομόνωση | θερμομονώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →