θερμομόρφωση
•
- τεχνική και διαδικασία μετατροπής, με τη συνδρομή της θερμότητας, ενός φύλλου πλαστικού σε διάφορα σχήματα που θέλουμε να του δώσουμε Βικιλεξικό
- βοτανικήη διαμόρφωση κάποιων χαρακτηριστικών των φυτών εξαιτίας της (υψηλής ή χαμηλής) θερμοκρασίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμομόρφωση < θερμο- + μόρφωση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική thermoforming
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμομόρφωση | θερμομορφώσεις |
| Γενική | θερμομόρφωσης | θερμομορφώσεων |
| Αιτιατική | θερμομόρφωση | θερμομορφώσεις |
| Κλητική | θερμομόρφωση | θερμομορφώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →