Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θερμομόρφωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τεχνική και διαδικασία μετατροπής, με τη συνδρομή της θερμότητας, ενός φύλλου πλαστικού σε διάφορα σχήματα που θέλουμε να του δώσουμε Βικιλεξικό
  2. βοτανικήη διαμόρφωση κάποιων χαρακτηριστικών των φυτών εξαιτίας της (υψηλής ή χαμηλής) θερμοκρασίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θερμομόρφωση < θερμο- + μόρφωση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική thermoforming

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθερμομόρφωσηθερμομορφώσεις
Γενικήθερμομόρφωσηςθερμομορφώσεων
Αιτιατικήθερμομόρφωσηθερμομορφώσεις
Κλητικήθερμομόρφωσηθερμομορφώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →