Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θερμοπερατός

/θeɾ.mo.pe.ɾaˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να τον διαπεράσει θερμότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θερμοπερατός < θερμο- + περατός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμοπερατόςθερμοπερατήθερμοπερατό
Γενικήθερμοπερατούθερμοπερατήςθερμοπερατού
Αιτιατικήθερμοπερατόθερμοπερατήθερμοπερατό
Κλητικήθερμοπερατέθερμοπερατήθερμοπερατό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμοπερατοίθερμοπερατέςθερμοπερατά
Γενικήθερμοπερατώνθερμοπερατώνθερμοπερατών
Αιτιατικήθερμοπερατούςθερμοπερατέςθερμοπερατά
Κλητικήθερμοπερατοίθερμοπερατέςθερμοπερατά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →