θερμοσιφωνισμός
•
- νεολογισμόςη φυσική ή θερμαγωγική κίνηση αέρα ή νερού η οποία πραγματοποιείται λόγω θερμοκρασιακής διαφοράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμοσιφωνισμός < θερμοσίφων(ας) + -ισμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική thermosyphon
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμοσιφωνισμός | θερμοσιφωνισμοί |
| Γενική | θερμοσιφωνισμού | θερμοσιφωνισμών |
| Αιτιατική | θερμοσιφωνισμό | θερμοσιφωνισμούς |
| Κλητική | θερμοσιφωνισμέ | θερμοσιφωνισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →