θερμουργός
•
- λόγιοπου δημιουργεί θερμότητα Βικιλεξικό
- λόγιοθερμοκέφαλος, απερίσκεπτος, ριψοκίνδυνος (όπως στα αρχαία ελληνικά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμουργός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θερμουργός < θερμ- + -ουργός (ἔργον)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμουργός | θερμουργός | θερμουργό |
| Γενική | θερμουργού | — | θερμουργού |
| Αιτιατική | θερμουργό | — | θερμουργό |
| Κλητική | θερμουργέ | — | θερμουργό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμουργοί | — | θερμουργά |
| Γενική | θερμουργών | — | θερμουργών |
| Αιτιατική | θερμουργούς | — | θερμουργά |
| Κλητική | θερμουργοί | — | θερμουργά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →