Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θερμουργός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δημιουργεί θερμότητα Βικιλεξικό
  2. λόγιοθερμοκέφαλος, απερίσκεπτος, ριψοκίνδυνος (όπως στα αρχαία ελληνικά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θερμουργός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θερμουργός < θερμ- + -ουργός (ἔργον)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμουργόςθερμουργόςθερμουργό
Γενικήθερμουργού—θερμουργού
Αιτιατικήθερμουργό—θερμουργό
Κλητικήθερμουργέ—θερμουργό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμουργοί—θερμουργά
Γενικήθερμουργών—θερμουργών
Αιτιατικήθερμουργούς—θερμουργά
Κλητικήθερμουργοί—θερμουργά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →