θερμοφόρα
•
- μικρός ελαστικός σάκος (παλαιότερα και από άλλα υλικά ή σε διαφορετικά σχήματα), που γεμίζεται με ζεστό νερό και χρησιμοποιείται για να θερμάνει μέρη του ανθρώπινου σώματος Βικιλεξικό
- ηλεκτρική θερμοφόρα: συσκευή που λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο διαπερνά και θερμαίνει ηλεκτρικές αντιστάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμοφόρα < θερμο- + -φόρ(ος) (ενν. φιάλη) + -α, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική hot water bottle ή γερμανική Wärmflasche
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμοφόρα | θερμοφόρες |
| Γενική | θερμοφόρας | θερμοφόρων |
| Αιτιατική | θερμοφόρα | θερμοφόρες |
| Κλητική | θερμοφόρα | θερμοφόρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →