Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεσμοθετώ

/θe.zmo.θeˈto/ρήμα
•
  1. νομικός όροςκαθιερώνω έναν νέο θεσμό με νόμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεσμοθετώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θεσμοθετῶ, κλίση θεσμοθετέω < αρχαία ελληνική θεσμοθέτης < θεσμός + -θέτης (→ δείτε τη λέξη τίθημι

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθεσμοθετώθεσμοθετείςθεσμοθετείθεσμοθετούμεθεσμοθετείτεθεσμοθετούν / θεσμοθετούνε
Παρατατικόςθεσμοθετούσαθεσμοθετούσεςθεσμοθετούσεθεσμοθετούσαμεθεσμοθετούσατεθεσμοθετούσαν / θεσμοθετούσανε
Αόριστοςθεσμοθέτησαθεσμοθέτησεςθεσμοθέτησεθεσμοθετήσαμεθεσμοθετήσατεθεσμοθέτησαν / θεσμοθετήσαν / θεσμοθετήσανε
Μέλλονταςθα θεσμοθετήσω / θα θεσμοθετώθα θεσμοθετήσεις / θα θεσμοθετείςθα θεσμοθετήσει / θα θεσμοθετείθα θεσμοθετήσουμε / θα θεσμοθετούμεθα θεσμοθετήσετε / θα θεσμοθετείτεθα θεσμοθετήσουν / θα θεσμοθετήσουνε / θα θεσμοθετούν / θα θεσμοθετούνε
Παρακείμενοςέχω θεσμοθετήσειέχεις θεσμοθετήσειέχει θεσμοθετήσειέχουμε θεσμοθετήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα θεσμοθετήσειείχες θεσμοθετήσειείχε θεσμοθετήσειείχαμε θεσμοθετήσει——
Υποτακτικήνα έχω θεσμοθετήσει / να θεσμοθετήσω / να θεσμοθετώνα έχεις θεσμοθετήσει / να θεσμοθετήσεις / να θεσμοθετείςνα έχει θεσμοθετήσει / να θεσμοθετήσει / να θεσμοθετείνα έχουμε θεσμοθετήσει / να θεσμοθετήσουμε / να θεσμοθετούμενα θεσμοθετήσετε / να θεσμοθετείτενα θεσμοθετήσουν / να θεσμοθετήσουνε / να θεσμοθετούν / να θεσμοθετούνε
Προστακτική—θεσμοθέτησε——θεσμοθετήστε / θεσμοθετείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

θεσμοθετήθηκαθεσμοθετούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →