Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεσούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χαϊδευτικό ή ειρωνικόθέση Βικιλεξικό
    • θα έκανε τα πάντα για να κρατήσει τη θεσούλα του στον Οργανισμό

Ετυμολογία

θεσούλα < θέση + κατάληξη υποκοριστικού -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεσούλαθεσούλες
Γενικήθεσούλας—
Αιτιατικήθεσούλαθεσούλες
Κλητικήθεσούλαθεσούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →