θεσούλα
•
- χαϊδευτικό ή ειρωνικόθέση Βικιλεξικό
- θα έκανε τα πάντα για να κρατήσει τη θεσούλα του στον Οργανισμό
Ετυμολογία
θεσούλα < θέση + κατάληξη υποκοριστικού -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεσούλα | θεσούλες |
| Γενική | θεσούλας | — |
| Αιτιατική | θεσούλα | θεσούλες |
| Κλητική | θεσούλα | θεσούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →