θετικός
•
- για αριθμούςμεγαλύτερος από το μηδέν (έχει πρόσημο το +) Βικιλεξικό
- για επιστήμεςπου βασίζεται στην παρατήρηση και το πείραμα και/ή θεμελιώνεται μαθηματικά Βικιλεξικό
- καταφατικός, που αποδέχεται μια πρόταση Βικιλεξικό
- λογικός, που ξέρει τι λέει και τι κάνει και για ποιο λόγο Βικιλεξικό
- είναι θετικός άνθρωπος
- για αποτελέσματα ιατρικών εξετάσεωνπου επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας ασθένειας Βικιλεξικό
- γραμματικήβαθμός παραθετικών των επιθέτων και επιρρημάτων Βικιλεξικό
- βέβαιος Βικιλεξικό
- Αδημονεί ο Φερνάζης. Ατυχία! Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο» ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του, τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Ετυμολογία
θετικός < αρχαία ελληνική θετικός < θετός < τίθημι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θετικός | θετική | θετικό |
| Γενική | θετικού | θετικής | θετικού |
| Αιτιατική | θετικό | θετική | θετικό |
| Κλητική | θετικέ | θετική | θετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θετικοί | θετικές | θετικά |
| Γενική | θετικών | θετικών | θετικών |
| Αιτιατική | θετικούς | θετικές | θετικά |
| Κλητική | θετικοί | θετικές | θετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →