Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για αριθμούςμεγαλύτερος από το μηδέν (έχει πρόσημο το +) Βικιλεξικό
  2. για επιστήμεςπου βασίζεται στην παρατήρηση και το πείραμα και/ή θεμελιώνεται μαθηματικά Βικιλεξικό
  3. καταφατικός, που αποδέχεται μια πρόταση Βικιλεξικό
  4. λογικός, που ξέρει τι λέει και τι κάνει και για ποιο λόγο Βικιλεξικό
    • είναι θετικός άνθρωπος
  5. για αποτελέσματα ιατρικών εξετάσεωνπου επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας ασθένειας Βικιλεξικό
  6. γραμματικήβαθμός παραθετικών των επιθέτων και επιρρημάτων Βικιλεξικό
  7. βέβαιος Βικιλεξικό
    • Αδημονεί ο Φερνάζης. Ατυχία! Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο» ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του, τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.

Ετυμολογία

θετικός < αρχαία ελληνική θετικός < θετός < τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθετικόςθετικήθετικό
Γενικήθετικούθετικήςθετικού
Αιτιατικήθετικόθετικήθετικό
Κλητικήθετικέθετικήθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθετικοίθετικέςθετικά
Γενικήθετικώνθετικώνθετικών
Αιτιατικήθετικούςθετικέςθετικά
Κλητικήθετικοίθετικέςθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →