Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θετικότητα

/θe.tiˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος ή κάτι θετικό(ς), η ιδιότητα του θετικού, ανάμεσα σε άλλα και σε κάποια ιατρική εξέταση Βικιλεξικό
  2. η ακρίβεια Βικιλεξικό
  3. η βεβαιότητα Βικιλεξικό
    • […] εκρύφθηκ' αίφνης και δεν έμαθε κανείς με θετικότητα τι έγινε (ουδέ κανείς ποτέ είδεν τάφον του).

Ετυμολογία

θετικότητα < θετικός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθετικότηταθετικότητες
Γενικήθετικότηταςθετικοτήτων
Αιτιατικήθετικότηταθετικότητες
Κλητικήθετικότηταθετικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →