θετικότητα
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι θετικό(ς), η ιδιότητα του θετικού, ανάμεσα σε άλλα και σε κάποια ιατρική εξέταση Βικιλεξικό
- η ακρίβεια Βικιλεξικό
- η βεβαιότητα Βικιλεξικό
- […] εκρύφθηκ' αίφνης και δεν έμαθε κανείς με θετικότητα τι έγινε (ουδέ κανείς ποτέ είδεν τάφον του).
Ετυμολογία
θετικότητα < θετικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θετικότητα | θετικότητες |
| Γενική | θετικότητας | θετικοτήτων |
| Αιτιατική | θετικότητα | θετικότητες |
| Κλητική | θετικότητα | θετικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →