Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θετός

/θeˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανατρέφει ένα παιδί που δεν είναι δικό του, που υιοθετεί ένα παιδί Βικιλεξικό
    • θετός πατέρας
  2. το παιδί που ανατρέφεται από γονείς που δεν είναι οι φυσικοί του Βικιλεξικό
  3. τοποθετημένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θετός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θετός < ρίζα θε- του ρήματος τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθετόςθετήθετό
Γενικήθετούθετήςθετού
Αιτιατικήθετόθετήθετό
Κλητικήθετέθετήθετό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθετοίθετέςθετά
Γενικήθετώνθετώνθετών
Αιτιατικήθετούςθετέςθετά
Κλητικήθετοίθετέςθετά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →