θεωνύμιο
•
- ονομασία θεού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεωνύμιο < θεωνυμί(α) + -ο. Αναλύεται σε θε(ο)- + -ωνύμιο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεωνύμιο | θεωνύμια |
| Γενική | θεωνυμίου / θεωνύμιου | θεωνυμίων / θεωνύμιων |
| Αιτιατική | θεωνύμιο | θεωνύμια |
| Κλητική | θεωνύμιο | θεωνύμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →