Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεωρείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. περιορισμένος χώρος για θεατές σε θεατρική ή κινηματογραφική αίθουσα σε υπερυψωμένη θέση γύρω από την πλατεία, ο οποίος προσφέρει καλύτερη θέα και σχετική απομόνωση σε προνομιούχους θεατές Βικιλεξικό
    • κάποτε ο Στάλιν υποχρεώθηκε να πατάει ένα ειδικό κουδούνι στο θεωρείο του, ώστε να κόβονται με το μαχαίρι οι σπασαρχίδικες εκδηλώσεις λατρείας προς το πρόσωπό του και να αρχίσει επιτέλους η παράσταση παρακολουθήσει. (Πέτρος Τατσόπουλος, Ήμουν κι εγώ εκεί, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

Ετυμολογία

θεωρείο, λόγια λέξη < (ελληνιστική κοινή) θεωρεῖον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεωρείοθεωρεία
Γενικήθεωρείουθεωρείων
Αιτιατικήθεωρείοθεωρεία
Κλητικήθεωρείοθεωρεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →