θεωρηθείς
•
- λόγιοπου τον έχουν επικυρώσει Βικιλεξικό
- Από την 1η Ιανουαρίου 1998 παύουν να ισχύουν και λογίζονται ως ουδέποτε θεωρηθέντα, τα δελτία αποστολής και τα τιμολόγια...
- λόγιοπου τον θεωρούν, που του αποδίδουν κάποια ιδιθότητα Βικιλεξικό
- Η περιοχή έχει περιληφθεί από τις ισπανικές αρχές στο Δίκτυο Φύση 2000, θεωρηθείσα ως περιοχή αντιπροσωπευτική για ...
- Ολοι συνέδεσαν αμέσως τη λέξη Γουδί με την εκτέλεση των 'Eξη, θεωρηθέντων τότε υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής
Ετυμολογία
θεωρηθείς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεωρηθείς
Άλλοι τύποι
θεωρώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →