Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεωρητικολογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αναπόδεικτες ή μη αποδείξιμες γνώμες Βικιλεξικό
    • Η θρησκεία, η θεωρία των υπερχορδών και η υπερσυμμετρία αποτελούν μη πειραματικά αποδείξιμες θεωρητικολογίες, αντίθετα ή κβαντομηχανική σε όλα τα πειράματα χρόνια τώρα αποδεικνύεται χειροπιαστά αληθής.

Ετυμολογία

θεωρητικολογία < θεωρητικολογώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεωρητικολογίαθεωρητικολογίες
Γενικήθεωρητικολογίαςθεωρητικολογιών
Αιτιατικήθεωρητικολογίαθεωρητικολογίες
Κλητικήθεωρητικολογίαθεωρητικολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →