θεόμουρλος
•
- επιτατικό επίθετοτελείως μουρλός, ολότελα τρελός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεόμουρλος < θεό- + μουρλός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεόμουρλος | θεόμουρλη | θεόμουρλο |
| Γενική | θεόμουρλου | θεόμουρλης | θεόμουρλου |
| Αιτιατική | θεόμουρλο | θεόμουρλη | θεόμουρλο |
| Κλητική | θεόμουρλε | θεόμουρλη | θεόμουρλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεόμουρλοι | θεόμουρλες | θεόμουρλα |
| Γενική | θεόμουρλων | θεόμουρλων | θεόμουρλων |
| Αιτιατική | θεόμουρλους | θεόμουρλες | θεόμουρλα |
| Κλητική | θεόμουρλοι | θεόμουρλες | θεόμουρλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →