θεόπαις
•
- γενικότερατο παιδί ενός θεού Βικιλεξικό
- ειδικότεραπροσωνυμία της Παναγίας, για την ιδιότητα να έχει παιδί που είναι θεός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεόπαις < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θεόπαις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →