Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεόσταλτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σταλμένος από το θεό Βικιλεξικό
    • Μέσα στον αχυρώνα, όταν την είδεν αγριεμένη και τρελλή από τον φόβο, μία σκέψις σαν αστραπή επέρασε από το πνεύμα του, πως η Κρουστάλλω ήταν χωρίς άλλο θεόσταλτο θύμα της μαγγανευτικής του πονηρίας (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο ζητιάνος, 1897, Κεφάλαιο Γ' - Τα βότανα)

Ετυμολογία

θεόσταλτος < θεό- + σταλ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεόσταλτοςθεόσταλτηθεόσταλτο
Γενικήθεόσταλτουθεόσταλτηςθεόσταλτου
Αιτιατικήθεόσταλτοθεόσταλτηθεόσταλτο
Κλητικήθεόσταλτεθεόσταλτηθεόσταλτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεόσταλτοιθεόσταλτεςθεόσταλτα
Γενικήθεόσταλτωνθεόσταλτωνθεόσταλτων
Αιτιατικήθεόσταλτουςθεόσταλτεςθεόσταλτα
Κλητικήθεόσταλτοιθεόσταλτεςθεόσταλτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →