Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεόστραβος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιτατικό επίθετοαυτός που δεν βλέπει καθόλου, ο τυφλός, αλλά και μεταφορικά, αυτός που δεν βλέπει καλά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεόστραβος < θεός + στραβός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεόστραβοςθεόστραβηθεόστραβο
Γενικήθεόστραβουθεόστραβηςθεόστραβου
Αιτιατικήθεόστραβοθεόστραβηθεόστραβο
Κλητικήθεόστραβεθεόστραβηθεόστραβο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεόστραβοιθεόστραβεςθεόστραβα
Γενικήθεόστραβωνθεόστραβωνθεόστραβων
Αιτιατικήθεόστραβουςθεόστραβεςθεόστραβα
Κλητικήθεόστραβοιθεόστραβεςθεόστραβα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →