Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θηλαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με τη θηλή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θηλαίος < ελληνιστική κοινή θηλαῖος < αρχαία ελληνική θηλή ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική thélial )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθηλαίοςθηλαίαθηλαίο
Γενικήθηλαίουθηλαίαςθηλαίου
Αιτιατικήθηλαίοθηλαίαθηλαίο
Κλητικήθηλαίεθηλαίαθηλαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθηλαίοιθηλαίεςθηλαία
Γενικήθηλαίωνθηλαίωνθηλαίων
Αιτιατικήθηλαίουςθηλαίεςθηλαία
Κλητικήθηλαίοιθηλαίεςθηλαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →