θηλασμός
•
- το να τρέφει κανείς ένα βρέφος με μητρικό γάλα Βικιλεξικό
- τεχνητός θηλασμός: το να δίνει κανείς γάλα σε ένα βρέφος με το μπιμπερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηλασμός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική θηλάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θηλασμός | θηλασμοί |
| Γενική | θηλασμού | θηλασμών |
| Αιτιατική | θηλασμό | θηλασμούς |
| Κλητική | θηλασμέ | θηλασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →