Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θηλιάζω

/θiˈʎa.zo/ρήμα
•
  1. κάνω θηλιά Βικιλεξικό
  2. θηλυκώνω, κουμπώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θηλιάζω < θηλι(ά) + -άζω < μεσαιωνική ελληνική θηλεά < αρχαία ελληνική θήλεια, θηλυκό του θῆλυς

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθηλιάζωθηλιάζειςθηλιάζειθηλιάζουμεθηλιάζετεθηλιάζουν / θηλιάζουνε
Παρατατικόςθήλιαζαθήλιαζεςθήλιαζεθηλιάζαμεθηλιάζατεθήλιαζαν / θηλιάζαν / θηλιάζανε
Αόριστοςθήλιασαθήλιασεςθήλιασεθηλιάσαμεθηλιάσατεθήλιασαν / θηλιάσαν / θηλιάσανε
Μέλλονταςθα θηλιάζω / θα θηλιάσωθα θηλιάζεις / θα θηλιάσειςθα θηλιάζει / θα θηλιάσειθα θηλιάζουμε / θα θηλιάσουμεθα θηλιάζετε / θα θηλιάσετεθα θηλιάζουν / θα θηλιάζουνε / θα θηλιάσουν / θα θηλιάσουνε
Παρακείμενοςέχω θηλιάσειέχεις θηλιάσειέχει θηλιάσειέχουμε θηλιάσειέχετε θηλιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα θηλιάσειείχες θηλιάσειείχε θηλιάσειείχαμε θηλιάσει——
Υποτακτικήνα έχω θηλιάσει / να θηλιάζω / να θηλιάσωνα έχεις θηλιάσει / να θηλιάζεις / να θηλιάσειςνα έχει θηλιάσει / να θηλιάζει / να θηλιάσεινα έχουμε θηλιάσει / να θηλιάζουμε / να θηλιάσουμενα έχετε θηλιάσει / να θηλιάζετε / να θηλιάσετενα θηλιάζουν / να θηλιάζουνε / να θηλιάσουν / να θηλιάσουνε
Προστακτική—θήλιαζε / θήλιασε——θηλιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

θηλιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →