θηλιάζω
•
- κάνω θηλιά Βικιλεξικό
- θηλυκώνω, κουμπώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηλιάζω < θηλι(ά) + -άζω < μεσαιωνική ελληνική θηλεά < αρχαία ελληνική θήλεια, θηλυκό του θῆλυς
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θηλιάζω | θηλιάζεις | θηλιάζει | θηλιάζουμε | θηλιάζετε | θηλιάζουν / θηλιάζουνε |
| Παρατατικός | θήλιαζα | θήλιαζες | θήλιαζε | θηλιάζαμε | θηλιάζατε | θήλιαζαν / θηλιάζαν / θηλιάζανε |
| Αόριστος | θήλιασα | θήλιασες | θήλιασε | θηλιάσαμε | θηλιάσατε | θήλιασαν / θηλιάσαν / θηλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα θηλιάζω / θα θηλιάσω | θα θηλιάζεις / θα θηλιάσεις | θα θηλιάζει / θα θηλιάσει | θα θηλιάζουμε / θα θηλιάσουμε | θα θηλιάζετε / θα θηλιάσετε | θα θηλιάζουν / θα θηλιάζουνε / θα θηλιάσουν / θα θηλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θηλιάσει | έχεις θηλιάσει | έχει θηλιάσει | έχουμε θηλιάσει | έχετε θηλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θηλιάσει | είχες θηλιάσει | είχε θηλιάσει | είχαμε θηλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θηλιάσει / να θηλιάζω / να θηλιάσω | να έχεις θηλιάσει / να θηλιάζεις / να θηλιάσεις | να έχει θηλιάσει / να θηλιάζει / να θηλιάσει | να έχουμε θηλιάσει / να θηλιάζουμε / να θηλιάσουμε | να έχετε θηλιάσει / να θηλιάζετε / να θηλιάσετε | να θηλιάζουν / να θηλιάζουνε / να θηλιάσουν / να θηλιάσουνε |
| Προστακτική | — | θήλιαζε / θήλιασε | — | — | θηλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
θηλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →