θηλυκοποίηση
•
- εισαγωγή γυναικών σε ανδρικό περιβάλλον Βικιλεξικό
- Χαρακτηριστικό είναι πώς ή «θηλυκοποίηση» τοϋ προσωπικοϋ τής Μέσης Εκπαίδευσης έχει έπισημανθεί... (Η επαγγελματικά εργαζόμενη Ελληνίδα, Ίρις-Αυδή Καλκάνη, 1978, σελ. 123)
- μετατροπή αρσενικού γένους σε θηλυκό Βικιλεξικό
- ας μου επιτραπεί η θηλυκοποίηση του όρου
- επιθυμία της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ), ως επιστημονικού φορέα που ασχολείται κατεξοχήν με ειδικά ζητήματα Γλώσσας και Ορολογίας, ήταν η συμβολή της στον δημόσιο διάλογο για το ζήτημα της θηλυκοποίησης των επαγγελματικών ουσιαστικών στην ελληνική γλώσσα και την τεκμηρίωση των έμφυλων τύπων (Βουλευτής ή βουλεύτρια; Ο «χάρτης» της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας για τους θηλυκούς τύπους ουσιαστικών, ΤΟ ΒΗΜΑ, 09/02/2026 https://www.tovima.gr/2026/02/09/society/vouleytis-i-vouleytria-o-xartis-tis-ellinikis-etaireias-orologias-gia-tous-thilykous-typous-ousiastikon/)
- μετατροπή του άνδρα ή γενικά αρσενικού είδους σε γυναίκα (θηλυκό) μέσω φαρμάκων και χημικών ουσιών ή υπολειμμάτων αυτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηλυκοποίηση < θηλυκό + ποιώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θηλυκοποίηση | θηλυκοποιήσεις |
| Γενική | θηλυκοποίησης | θηλυκοποιήσεων |
| Αιτιατική | θηλυκοποίηση | θηλυκοποιήσεις |
| Κλητική | θηλυκοποίηση | θηλυκοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →