θηλυπρέπεια
•
- η ιδιότητα του θηλυπρεπούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηλυπρέπεια < θηλυπρεπής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θηλυπρέπεια | θηλυπρέπειες |
| Γενική | θηλυπρέπειας | θηλυπρεπειών |
| Αιτιατική | θηλυπρέπεια | θηλυπρέπειες |
| Κλητική | θηλυπρέπεια | θηλυπρέπειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →