Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θηλυπρεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαρακτηρισμός για άντρα που φέρεται, κινείται, μιλάει με γυναικείο τρόπο Βικιλεξικό
  2. χαρακτηρισμός για συμπεριφορά, κίνηση, ομιλία που μοιάζει με γυναικεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θηλυπρεπής < ελληνιστική κοινή θηλυπρεπής < αρχαία ελληνική θήλυς + -πρεπής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθηλυπρεπήςθηλυπρεπήςθηλυπρεπές
Γενικήθηλυπρεπούςθηλυπρεπούςθηλυπρεπούς
Αιτιατικήθηλυπρεπήθηλυπρεπήθηλυπρεπές
Κλητικήθηλυπρεπή / θηλυπρεπήςθηλυπρεπήςθηλυπρεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθηλυπρεπείςθηλυπρεπείςθηλυπρεπή
Γενικήθηλυπρεπώνθηλυπρεπώνθηλυπρεπών
Αιτιατικήθηλυπρεπείςθηλυπρεπείςθηλυπρεπή
Κλητικήθηλυπρεπείςθηλυπρεπείςθηλυπρεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →