θηλυπρεπώς
•
- με θηλυπρέπεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηλυπρεπώς < θηλυπρεπής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
θηλυπρεπώς < θηλυπρεπής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →