θηραϊκή γη
•
- γεωλογίαείδος χώματος, φυσική ποζολάνη ηφαιστειογενούς προέλευσης, που χρησιμοποιείται κυρίως ως μονωτικό υλικό· στην Ελλάδα υπάρχει στη Θήρα (τη Σαντορίνη), στην Ιταλία, στον Βεζούβιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηραϊκή γη < → δείτε τη λέξη θηραϊκή, θηλυκό του θηραϊκός & γη, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική Santorin earth Δείτε και τη γαλλική terre de Santorin
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →