θηριοδαμάστρια
•
- επάγγελμαθηλυκό του θηριοδαμαστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηριοδαμάστρια < θηριοδαμσ(τής) + -τρια, ήδη το 1895
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θηριοδαμάστρια | θηριοδαμάστριες |
| Γενική | θηριοδαμάστριας | θηριοδαμαστριών |
| Αιτιατική | θηριοδαμάστρια | θηριοδαμάστριες |
| Κλητική | θηριοδαμάστρια | θηριοδαμάστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →