θηριοτρόφος
•
- επάγγελμαπου εργάζεται σε θηριοτροφείο ή είναι ιδιοκτήτης του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηριοτρόφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θηριοτρόφος. Συγχρονικά αναλύεται σε θηρί(ο) + -ο- + -τρόφος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θηριοτρόφος | θηριοτρόφοι |
| Γενική | θηριοτρόφου | θηριοτρόφων |
| Αιτιατική | θηριοτρόφο | θηριοτρόφους |
| Κλητική | θηριοτρόφε | θηριοτρόφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →