θηροφύλακας
•
- επάγγελμαο επιφορτισμένος στη περιφρούρηση κυνηγίου ζώων σε ορισμένη περιοχή Βικιλεξικό
- επάγγελμαυπάλληλος θηροφυλακής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηροφύλακας < θηροφυλακή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θηροφύλακας | θηροφύλακες |
| Γενική | θηροφύλακα | θηροφυλάκων |
| Αιτιατική | θηροφύλακα | θηροφύλακες |
| Κλητική | θηροφύλακα | θηροφύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →