θιασάρχης
•
- επάγγελμαεπικεφαλής ενός θιάσου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θιασάρχης < θίασ(ος) + -άρχης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θιασάρχης | θιασάρχες |
| Γενική | θιασάρχη / θιασάρχου | θιασαρχών |
| Αιτιατική | θιασάρχη | θιασάρχες |
| Κλητική | θιασάρχα / θιασάρχη | θιασάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →