θλαστικότητα
•
- λόγιοη ικανότητα αντικειμένου, μέσου ή οργάνου να συνθλίβει, να θρυμματίζει ή να σπάει κάτι μέσω πίεσης ή κρούσης Βικιλεξικό
- ιατρικήη ιδιότητα τραύματος ή κάκωσης να προκύπτει από θλαστική —και όχι τέμνουσα— μηχανική επίδραση στους ιστούς Βικιλεξικό
- φυσικήη ιδιότητα ενός μέσου να προκαλεί θλάση του φωτός, δηλαδή αλλαγή της διεύθυνσης και της ταχύτητας διάδοσής του κατά τη διέλευσή του από το μέσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θλαστικότητα < θλαστικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θλαστικότητα | θλαστικότητες |
| Γενική | θλαστικότητας | θλαστικοτήτων |
| Αιτιατική | θλαστικότητα | θλαστικότητες |
| Κλητική | θλαστικότητα | θλαστικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →