θλιβερότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα ή η κατάσταση του θλιβερού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θλιβερότητα < θλιβερ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θλιβερότητα | θλιβερότητες |
| Γενική | θλιβερότητας | θλιβεροτήτων |
| Αιτιατική | θλιβερότητα | θλιβερότητες |
| Κλητική | θλιβερότητα | θλιβερότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →