θολίτης
•
- αρχιτεκτονικήσφηνοειδής λίθος που μαζί με άλλους χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μιας θόλου ή μιας αψίδας Βικιλεξικό
- Η θόλος του θαλάμου δείχνει να βρίσκεται σε κατάσταση οριακής ισορροπίας, με τους θολίτες στην περιοχή της στέψης να παρουσιάζουν άνοιγμα αρμών, σε ικανό βάθος, από την εσωτερική επιφάνειά της. Στο σύνολο σχεδόν των θολιτών παρατηρούνται ρηγματώσεις και επιπλέον σε εκτεταμένες περιοχές, εκατέρωθεν της στέψης, διαπιστώθηκε σημαντική απώλεια μάζας του υλικού. (www.kathimerini.gr, 19.04.2014)
Ετυμολογία
θολίτης < θόλος + -ίτης (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Gewölbstein ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική voussoir ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική arch stone)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θολίτης | θολίτες |
| Γενική | θολίτη | θολιτών |
| Αιτιατική | θολίτη | θολίτες |
| Κλητική | θολίτη | θολίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →