θολοειδώς
•
- λόγιοσαν θόλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θολοειδώς < ελληνιστική κοινή θολοειδῶς < θολοειδής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
θολοειδώς < ελληνιστική κοινή θολοειδῶς < θολοειδής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →