θοριοθεραπεία
•
- ιατρικήθεραπεία του παρελθόντος, με «ακτίνες θορίου» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θοριοθεραπεία < θόρι(ο) + -ο- + -θεραπεία [< (μεταφραστικό δάνειο) από γερμανικά ; ή από αγγλικά ;] • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θοριοθεραπεία | θοριοθεραπείες |
| Γενική | θοριοθεραπείας | θοριοθεραπειών |
| Αιτιατική | θοριοθεραπεία | θοριοθεραπείες |
| Κλητική | θοριοθεραπεία | θοριοθεραπείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →