θορυβοποιός
•
- που προκαλεί θόρυβο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θορυβοποιός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θορυβοποιός. Συγχρονικά αναλύεται σε θόρυβ(ος) + -ο- + -ποιός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θορυβοποιός | θορυβοποιά / θορυβοποιός | θορυβοποιό |
| Γενική | θορυβοποιού | θορυβοποιάς / θορυβοποιού | θορυβοποιού |
| Αιτιατική | θορυβοποιό | θορυβοποιά / θορυβοποιό | θορυβοποιό |
| Κλητική | θορυβοποιέ | θορυβοποιά / θορυβοποιέ | θορυβοποιό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θορυβοποιοί | θορυβοποιές / θορυβοποιοί | θορυβοποιά |
| Γενική | θορυβοποιών | θορυβοποιών | θορυβοποιών |
| Αιτιατική | θορυβοποιούς | θορυβοποιές / θορυβοποιούς | θορυβοποιά |
| Κλητική | θορυβοποιοί | θορυβοποιές / θορυβοποιοί | θορυβοποιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →