θορυβώδης
•
- που έχει θόρυβο Βικιλεξικό
- η αίθουσα στο βάθος ήταν πολύ θορυβώδης
- Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.
- που προκαλεί θόρυβο Βικιλεξικό
- (κυριολεκτικά) φυσικό θόρυβο, ήχους μπερδεμένους και κάποιας έντασης
- (μεταφορικά) εκτεταμένη συζήτηση
Ετυμολογία
θορυβώδης < αρχαία ελληνική θορυβώδης < θόρυβος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θορυβώδης | θορυβώδης | θορυβώδες |
| Γενική | θορυβώδους | θορυβώδους | θορυβώδους |
| Αιτιατική | θορυβώδη | θορυβώδη | θορυβώδες |
| Κλητική | θορυβώδη / θορυβώδης | θορυβώδης | θορυβώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θορυβώδεις | θορυβώδεις | θορυβώδη |
| Γενική | θορυβωδών | θορυβωδών | θορυβωδών |
| Αιτιατική | θορυβώδεις | θορυβώδεις | θορυβώδη |
| Κλητική | θορυβώδεις | θορυβώδεις | θορυβώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →