Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θράκα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σωρός από αναμμένα κάρβουνα, που συνήθως προορίζονται για ψήσιμο φαγητού Βικιλεξικό
    • Σφούγγιξε τα μουστάκια του, ανασκάλεψε τη θράκα (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)
    • Συγύριζα το σπίτι όπως όπως, συδαύλιζα τη φωτιά να γίνουν γρήγορα τα όσπρια κι ετοίμαζα το κολατσιό που μου άρεσε, την καπύρα. Έκοβα μια χοντρή φέτα από το καρβέλι, την έψηνα στη θράκα και ζεστή ζεστή την άλειβα με λάδι. Πριν πάρω το δρόμο για τη θάλασσα, την είχα κιόλας καταβροχθίσει. (Λίτσα Ψαραύτη, Το χαμόγελο της Εκάτης, εκδ. Πατάκη, 1996, σελ. 76)

Ετυμολογία

θράκα < αθράκα < αθράκι < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἄνθραξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθράκαθράκες
Γενικήθράκας—
Αιτιατικήθράκαθράκες
Κλητικήθράκαθράκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →