θρέμμα
•
- οτιδήποτε τρέφεται ή ανατρέφεται Βικιλεξικό
- Ιδού, ώ εντιμότατοι Κύριοι, ιδού η οινοθήκη μου, και η οινοθήκη του υιού μου, εις την οποίαν ερχόμεθα καθ' εκάστην ημέραν να χορτάσωμεν την δίψαν, με όλα μας τα θρέμματα (Βίος του Μπερτολδίνου υιού του πανούργου Μπερτόλδου, Βενετία, 1855 https://books.google.gr/books?id=YegrjwSRGGQC&dq=%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7&pg=PA10#v=onepage&q=%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7&f=false)
Ετυμολογία
θρέμμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θρέμμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θρέμμα | θρέμματα |
| Γενική | θρέμματος | θρεμμάτων |
| Αιτιατική | θρέμμα | θρέμματα |
| Κλητική | θρέμμα | θρέμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →