θρέφω
•
- τρέφω Βικιλεξικό
- ανατρέφω Βικιλεξικό
- για τραύμαεπουλώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρέφω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θρέφω < αρχαία ελληνική τρέφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θρέφω | θρέφεις | θρέφει | θρέφουμε | θρέφετε | θρέφουν / θρέφουνε |
| Παρατατικός | έθρεφα | έθρεφες | έθρεφε | θρέφαμε | θρέφατε | έθρεφαν / θρέφαν / θρέφανε |
| Αόριστος | έθρεψα | έθρεψες | έθρεψε | θρέψαμε | θρέψατε | έθρεψαν / θρέψαν / θρέψανε |
| Μέλλοντας | θα θρέφω / θα θρέψω | θα θρέφεις / θα θρέψεις | θα θρέφει / θα θρέψει | θα θρέφουμε / θα θρέψουμε | θα θρέφετε / θα θρέψετε | θα θρέφουν / θα θρέφουνε / θα θρέψουν / θα θρέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω θρέψει | έχεις θρέψει | έχει θρέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θρέψει | είχες θρέψει | είχε θρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θρέψει / να θρέφω / να θρέψω | να έχεις θρέψει / να θρέφεις / να θρέψεις | να έχει θρέψει / να θρέφει / να θρέψει | να θρέφουμε / να θρέψουμε | να θρέφετε / να θρέψετε | να θρέφουν / να θρέφουνε / να θρέψουν / να θρέψουνε |
| Προστακτική | — | έχε θρεμμένο / θρέφε / θρέψε | — | — | θρέφετε / θρέψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →