Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρακιώτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη Θράκη και τους Θρακιώτες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θρακιώτικος < Θρακιώτης < Θράκη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθρακιώτικοςθρακιώτικηθρακιώτικο
Γενικήθρακιώτικουθρακιώτικηςθρακιώτικου
Αιτιατικήθρακιώτικοθρακιώτικηθρακιώτικο
Κλητικήθρακιώτικεθρακιώτικηθρακιώτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθρακιώτικοιθρακιώτικεςθρακιώτικα
Γενικήθρακιώτικωνθρακιώτικωνθρακιώτικων
Αιτιατικήθρακιώτικουςθρακιώτικεςθρακιώτικα
Κλητικήθρακιώτικοιθρακιώτικεςθρακιώτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →