θρασίμι
•
- το ψοφίμι Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: θνασίμι, χρασίμι (ιδιωματικά)
- μεταφορικάάνθρωπος άχρηστος, τεμπέλης και ανίκανος Βικιλεξικό
- μεταφορικάο θρασύδειλος, ο αναιδής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρασίμι < πιθανόν μεσαιωνική ελληνική *θηρασίμιον με σίγηση του ήτα, ουσιαστικοποιημένο υποκοριστικό σε -ιον < αρχαία ελληνική θηράσιμος (που μπορεί να κυνηγηθεί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θρασίμι | θρασίμια |
| Γενική | θρασιμιού | θρασιμιών |
| Αιτιατική | θρασίμι | θρασίμια |
| Κλητική | θρασίμι | θρασίμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →