θρασυδειλία
•
- η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του θρασύδειλου, το να είναι κάποιος θρασύδειλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρασυδειλία < θρασύδειλος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θρασυδειλία | θρασυδειλίες |
| Γενική | θρασυδειλίας | θρασυδειλιών |
| Αιτιατική | θρασυδειλία | θρασυδειλίες |
| Κλητική | θρασυδειλία | θρασυδειλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →