Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θραύσμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κομματάκι από μεγαλύτερο αντικείμενο που έσπασε Βικιλεξικό
    • Τα κτερίσματα αυτού του τάφου, αντίθετα με την πολυτελή κατασκευή του ήταν μάλλον πενιχρά. Βρέθηκαν, εκτός από αβαφή όστρακα, μια μικρή οινοχόη, όμοια με του τάφου Τ1, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, μια οστέινη ψήφος, θραύσματα από χάλκινα ενώτια, από τα οποία το ένα με γυάλινα στοιχεία (Εικ. 17) και ένα πολύ μικρό.. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, Τόμος 8, ΑΠΘ, 1998, σελ. 246)

Ετυμολογία

θραύσμα < αρχαία ελληνική θραῦσμα < θραύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθραύσμαθραύσματα
Γενικήθραύσματοςθραυσμάτων
Αιτιατικήθραύσμαθραύσματα
Κλητικήθραύσμαθραύσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →