θρεμμένος
•
- που τρέφεται καλά και έχει την ανάλογη σωματική διάπλαση Βικιλεξικό
- αναθρεμμένος (με έναν ορισμένο τρόπο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρεμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου τρέφω και θρέφω
Άλλοι τύποι
θρεμμέναθρεμμένεθρεμμένεςθρεμμένηθρεμμένηςθρεμμένοθρεμμένοιθρεμμένοςθρεμμένουθρεμμένουςθρεμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →