Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρεψίνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φαγητάγλυκό έδεσμα που ήταν διαδεδομένο στην Ελλάδα στα μέσα του 20ου αιώνα Βικιλεξικό
    • μέ θρεψίνη ἀντί ζάχαρη ἤ μέλι, καί καψαλισμένη στήν πυροστιά φέτα ἀπό μπομπότα (Τάσος Πορφύρης, Η δοντάγρια. Διηγήματα, 2006, σελ. 26)
    • Θρεψίνη (και ιδιωματικά θρεψίνα) είναι η σταφυλόκρεμα. Τη χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή γλυκισμάτων, αλλά και την άλειφαν πάνω στο ψωμί, όπως τη μαρμελάδα. (Βούλα Μάστορη, Στο γυμνάσιο, εκδ. Πατάκη, 2023)
    • Καθώς η πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο της εποχής, τα παιδιά έτρωγαν επιδεικτικά μια φέτα ψωμί πασαλειμμένη με θρεψίνη, ἕνα στερεοποιημένο προϊὸν σταφυλιοῦ μὲ πολλὲς θερμίδες (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα) εκδ. Νίκος Δούκας, 2017)

Ετυμολογία

θρεψίνη < θρέψη (θρέψις) + -ίνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθρεψίνηθρεψίνες
Γενικήθρεψίνηςθρεψινών
Αιτιατικήθρεψίνηθρεψίνες
Κλητικήθρεψίνηθρεψίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →