θρεψερός
•
- για χωράφιγόνιμος, με μεγάλη απόδοση Βικιλεξικό
- Χίλιες φορές το είπανε οι Αθαλασσίτες, να ξενητευτούν … να χτίσουνε χωριό καινούργιο, σε τόπο πιο φυλαγμένο, σε πιο θρεψερά χώματα.
- παχύς, καλοθρεμμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρεψερός < (θρέφω) θρεψ- + -ερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θρεψερός | θρεψερή | θρεψερό |
| Γενική | θρεψερού | θρεψερής | θρεψερού |
| Αιτιατική | θρεψερό | θρεψερή | θρεψερό |
| Κλητική | θρεψερέ | θρεψερή | θρεψερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θρεψεροί | θρεψερές | θρεψερά |
| Γενική | θρεψερών | θρεψερών | θρεψερών |
| Αιτιατική | θρεψερούς | θρεψερές | θρεψερά |
| Κλητική | θρεψεροί | θρεψερές | θρεψερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →