Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρεψερός

/θɾe.pseˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για χωράφιγόνιμος, με μεγάλη απόδοση Βικιλεξικό
    • Χίλιες φορές το είπανε οι Αθαλασσίτες, να ξενητευτούν … να χτίσουνε χωριό καινούργιο, σε τόπο πιο φυλαγμένο, σε πιο θρεψερά χώματα.
  2. παχύς, καλοθρεμμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θρεψερός < (θρέφω) θρεψ- + -ερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθρεψερόςθρεψερήθρεψερό
Γενικήθρεψερούθρεψερήςθρεψερού
Αιτιατικήθρεψερόθρεψερήθρεψερό
Κλητικήθρεψερέθρεψερήθρεψερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθρεψεροίθρεψερέςθρεψερά
Γενικήθρεψερώνθρεψερώνθρεψερών
Αιτιατικήθρεψερούςθρεψερέςθρεψερά
Κλητικήθρεψεροίθρεψερέςθρεψερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →