θρηνώ
•
- κλαίω σπαραχτικά για κάποιον που πέθανε ή για άλλη απώλεια, εκφράζω θρήνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρηνώ < αρχαία ελληνική θρηνέω, -ῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θρηνώ | θρήνει / θρηνείς | θρηνεί | θρηνούμε | θρηνείτε | θρηνούν |
| Παρατατικός | θρηνούσα | θρηνούσες | θρηνούσε | θρηνούσαμε | θρηνούσατε | θρηνούσαν |
| Αόριστος | θρήνησα / θρηνήσω | θρήνησε / θρήνησες / θρηνήσεις | θρήνησε / θρηνήσει | θρηνήσαμε / θρηνήσουμε | θρηνήσατε / θρηνήσετε / θρηνήστε | θρήνησαν / θρηνήσουν |
| Μέλλοντας | θα θρηνήσω / θα θρηνώ | θα θρηνήσεις / θα θρηνείς | θα θρηνήσει / θα θρηνεί | θα θρηνήσουμε / θα θρηνούμε | θα θρηνήσετε / θα θρηνείτε | θα θρηνήσουν / θα θρηνούν |
| Παρακείμενος | έχω θρηνήσει | έχεις θρηνήσει | έχει θρηνήσει | έχουμε θρηνήσει | έχετε θρηνήσει | έχουν θρηνήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα θρηνήσει | είχες θρηνήσει | είχε θρηνήσει | είχαμε θρηνήσει | είχατε θρηνήσει | είχαν θρηνήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →